Ιστορία της έρευνας

Κάποιες πρώτες, λιγότερο ή περισσότερο συστηματικές προσπάθειες καταγραφής των γνωστότερων μνημείων της Λακωνίας -σε θεωρητικό έστω επίπεδο- ξεκίνησαν ήδη το 18ο αιώνα. Κατά την περίοδο 1830-1850, ο Wilhelm Leake, μεταξύ άλλων, ταύτισε το χαμηλό λόφο, όπου είχε ανεγερθεί το παρεκκλήσι της Αγίας Κυριακής, με το σημείο εκείνο, όπου κάποτε βρισκόταν το ιερό του Απόλλωνα. Οι πρώτες ανασκαφές διεξήχθησαν από τον Χρήστο Τσούντα και την Αρχαιολογική Εταιρεία το 1890. Μεταξύ των σημαντικότερων ανακαλύψεων του Τσούντα συγκαταλέγονται ο περίβολος και τα λείψανα ενός κυκλικού οικοδομήματος, που ο ίδιος ερμήνευσε ως θεμελίωση της βάσης του θρόνου. Σε άμεση γειτνίαση με την κατασκευή αυτή, ο Τσούντας βρήκε έναν αποθέτη με υλικό που θεωρείται χαρακτηριστικό για την όψιμη περίοδο του ιερού αυτού, δηλαδή κεραμική και τερακότες από την εποχή του Χαλκού και τη Γεωμετρική εποχή, καθώς και χάλκινα ειδώλια που, μεταξύ άλλων, απεικονίζουν τον Απόλλωνα.

Το πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα συνδέεται με την κύρια φάση των ανασκαφών και τη διερεύνηση του Αμυκλαίου. Το ιερό γίνεται και πάλι αντικείμενο μιας νέας ανασκαφής το 1904, υπό τη διεύθυνση του Adolf Furtwängler. Τρία χρόνια αργότερα διεξήχθη μια δεύτερη γερμανική ανασκαφική πρωτοβουλία από το βοηθό του Adolf Furtwängler, Ernst Fiechter, ο οποίος και δημοσίευσε τα σχετικά ερευνητικά πορίσματα το 1917. Με βάση τα πορίσματα των ανασκαφικών εργασιών του, ο Fiechter συνήγαγε δικαίως το συμπέρασμα ότι αυτό που ο Τσούντας είχε ταυτίσει με τα θεμέλια του θρόνου είναι τελικά τα λείψανα ενός κυκλικού βωμού με βαθμιδωτή ανωδομή. Όπως και ο Furtwängler νωρίτερα, έτσι και ο Fiechter διατύπωσε την άποψη ότι η θέση του θρόνου θα πρέπει να ήταν στο σημείο που βρισκόταν την εποχή εκείνη η εκκλησία. Προκειμένου να επιβεβαιώσει την ορθότητα αυτής της σαφώς εύλογης υπόθεσης, ο Fiechter προέβη στην κατεδάφιση της Αγίας Κυριακής, με αποτέλεσμα να αποκαλυφθεί το μοναδικό μέχρι και σήμερα ορατό τμήμα της κατασκευής του θρόνου. Οι εργασίες αυτές οδήγησαν και στην ανακάλυψη άλλων αρχιτεκτονικών μελών, όπως διακοσμητικές ταινίες με ανθέμια και άνθη λωτού, τμήματα επιστυλίων, σπόνδυλοι κιόνων, καθώς και κιονόκρανα-κονσόλες που συνδυάζουν στοιχεία του δωρικού και του ιωνικού ρυθμού. Όλα αυτά τα ευρήματα χρονολογήθηκαν από τον Fiechter στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. Με το ίδιο ακριβώς αρχαίο υλικό, ωστόσο, ανεγέρθηκε την ίδια εποχή, βορειότερα του αρχαιολογικού χώρου, μια σύγχρονη εκκλησία, αυτήν τη φορά πάνω στα θεμέλια ενός βυζαντινού οικοδομήματος, το οποίο είχε ήδη αποκαλυφθεί από τον Τσούντα και χαρακτηρίστικε από τον ίδιο ως βαπτιστήριο.

Μια τρίτη γερμανική ανασκαφική προσπάθεια στο ιερό των Αμυκλών διεξήχθη το 1925, υπό τη διεύθυνση του Ernst Buschor. Με βάση τα πορίσματα που συνήγαγε από την ανάλυση της στρωματογραφίας εξωτερικά της νοτιοανατολικής γωνίας του περιβόλου, ο Buschor προσπάθησε να τεκμηριώσει τη χρονολογική ακολουθία του ιερού. Ωστόσο, από μια ενδελεχή ανάλυση των θραυσμάτων από τα αγγεία που απεικονίζονται στη δημοσίευσή του προκύπτει ότι τα όστρακα τελικά δεν μπορούν να αποδοθούν στις αντίστοιχες χρονολογικές φάσεις που εκείνος προτείνει και ότι, ακολούθως, η στρωματογραφία στο Αμυκλαίον δεν μπορεί να θεωρηθεί κανονική.

Δεδομένης της πληθώρας των δημοσιεύσεων για το Αμυκλαίον, εδώ θα αναφερθούν οι δύο εκτενέστερες σχετικές εργασίες: η διδακτορική διατριβή της Καίτης Δημακοπούλου με θέμα το ιερό των Αμυκλών κατά την εποχή του Χαλκού (Αθήνα 1982), καθώς και η εργασία της Amalia Faustoferri (1996) που επικεντρώνεται στην ανάλυση των μυθολογικών θεμάτων στο διάκοσμο του θρόνου.


Unless otherwise stated, the content of this page is licensed under Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 License