Περίβολοι

Κατά την πρώτη φάση του Ερευνητικού Προγράμματος Αμυκλών, στο επίκεντρο των ανασκαφικών εργασιών τέθηκε η διερεύνηση του περιβόλου που τοποθετείται νότια, ανατολικά και βόρεια του ιερού. Στόχος ήταν να αποκαλυφθεί η κατασκευή του σε όλο της το μήκος, να οριστούν τα όριά του και να λυθούν τα όποια προβλήματα χρονολόγησής του, καθώς και εκείνα που αφορούν στις μεταγενέστερες παρεμβάσεις και στη γενικότερη δομική εξέλιξη του μνημείου. Κατά τη διάρκεια των ανασκαφικών εργασιών μεταξύ του 2006 και του 2009 ήταν δυνατόν να τεκμηριωθεί ότι η λειτουργία του περιβόλου ήταν ουσιαστικά αναλημματική. Κατασκευασμένη από τοπικό κροκαλοπαγή λίθο, η μορφή της κατασκευής αυτής προσαρμόζεται στα γεωμορφολογικά δεδομένα του λόφου, καθιστώντας περιττό κάθε ειδικό σχεδιασμό. Αν και έως τώρα μόνο το νότιο άκρο του έχει έρθει στο φως και δεν έχει ακόμα ξεκαθαρίσει η πορεία του προς Βορρά, μπορεί, ωστόσο, να θεωρηθεί βέβαιο ότι ο περίβολος είχε χτιστεί με μορφή πετάλου στις πιο απόκρημνες πλαγιές του λόφου. Στα πλαίσια της διερεύνησης του βόρειου τμήματός του ήταν δυνατόν να διαπιστωθεί ότι, λόγω της δομής των φυσικών βράχων, ο περίβολος θα πρέπει αναμφισβήτητα να επεκτάθηκε σε βορειοδυτική κατεύθυνση. Τα σωζόμενα μεγέθη του μνημείου είναι τα εξής: 116 μέτρα μήκος, 2 μέτρα ύψος και 2,50 μέτρα πλάτος. Τα θεμέλιά του βρίσκονται στα 200 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας. Σύμφωνα με μετρολογικές αναλύσεις, το αντιπροσωπευτικότερο τμήμα του στη νότια πλευρά ανέρχεται σε 100 δωρικά πόδια, κάτι που αντιστοιχεί σε έναν εκατόμπεδο. Αυτή η εσκεμμένη και εμφατική διαμόρφωση δεν αποκλείεται να έχει άμεση σχέση με την πομπή που λάμβανε χώρα κατά τα Υακίνθεια. Η ογκώδης δομή και το μεγάλο πλάτος του περιβόλου επιτρέπουν την υπόθεση ότι η κατασκευή αυτή είχε αρχικά ένα ύψος από 6 ως 7 μέτρα, και ότι προφανώς έφτανε έως το επίπεδο του σήμερα ορατού θεμελίου στην κορυφή του λόφου. Κατά αυτόν τον τρόπο δημιουργείτο άπλετος χώρος γύρω από το θρόνο, με αποτέλεσμα, φυσικά, να ευνοείται η διαδικασία των λατρευτικών εκδηλώσεων, καθώς και η ευκολία ανέγερσης και άλλων οικοδομημάτων με την πάροδο του χρόνου. Στο μνημείο παρατηρούνται ύστερες διαδοχικές επισκευές και συντηρήσεις. Στο συμπέρασμα αυτό είχαν ήδη καταλήξει τόσο ο Τσούντας όσο και οι Buschor – Μassow. Σχετικά με τις ύστερες παρεμβάσεις πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι το μνημείο φέρει ίχνη που παραπέμπουν σε στοιχεία επέκτασης και επισκευής του, αλλά και σε γενικότερα μέτρα συντήρησής του που θα πρέπει να είχαν εκτελεσθεί κατά τη ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδο.

Περίπου 6,5 μέτρα βορειότερα του νοτιοανατολικού άκρου του περιβόλου ήρθε στο φως το τελευταίο τμήμα ενός μέχρι πρότινος άγνωστου τοίχου, που είχε χτιστεί πάνω στην πορώδη φυσική επιφάνεια του λόφου. Ο άξονάς του έχει κατεύθυνση βορειοανατολική, με μια απόκλιση περίπου 5 μοιρών από τον κλασικό περίβολο. Η νέα αυτή κατασκευή αποτελείται από αδρά επεξεργασμένους λίθους, που έχουν τοποθετηθεί με ιδιαίτερη προσοχή μόνο στην πρόσθια όψη, ενώ η πίσω πλευρά του, που αναπτύσσεται βαθμιδωτά σε δύο διαφορετικά υψομετρικά επίπεδα, αποτελεί γέμισμα της κατασκευής. Με 30 μέτρα μήκος και 2,10 μέτρα πλάτος παραπέμπει σε μια ογκώδη και συμπαγή κατασκευή που λειτουργούσε, όπως ο κλασικός περίβολος, παράλληλα ως αναλημματικό τείχος και περίβολος. Η έλλειψη μιας καθαρής στρωματογραφίας, ωστόσο, δυσχεραίνει πολύ την προσπάθεια χρονολόγησής του. Ωστόσο, λόγω της οικοδομικής τεχνικής του, ο τοίχος αυτός θα πρέπει να χτίστηκε κατά την Ύστερη Γεωμετρική ή Πρώιμη Αρχαϊκή περίοδο. Σε συνδυασμό, επομένως, με την πλειοψηφία των κεραμικών ευρημάτων θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι το οικοδόμημα αυτό αποτελεί ένα στοιχείο που παραπέμπει στην πρώτη ή πρώιμη μνημειακή φάση του Αμυκλαίου ιερού, η οποία με μεγάλη βεβαιότητα ήταν άμεσα συνυφασμένη με την ύπαρξη υπαίθριας λατρευτικής δραστηριότητας και του αντίστοιχου λατρευτικού αγάλματος. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από ένα λεπτό στρώμα στάχτης που βρέθηκε σε επίπεδο εδάφους κατά μήκος της πρόσθιας πλευράς αυτού του τοίχου. Η καταστροφή της κατασκευής αυτής ίσως να χρονολογείται στο δεύτερο τέταρτο του 5ου αιώνα π.Χ. Το κοίλο τμήμα που διακρίνεται στο ανατολικό πέρας της αποτελεί μια σαφή ένδειξη για τις συνέπειες ενός σεισμού που πιθανότατα εκδηλώθηκε το 464 π.Χ. και τον οποίο περιγράφει με ιδιαίτερη λεπτομέρεια ο Πλούταρχος (Κίμων 16, 4).

AmyklesTopografiko2012.jpg

Unless otherwise stated, the content of this page is licensed under Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 License