Θρόνος

Οι έως τώρα προσπάθειες αναπαράστασης του θρόνου στηρίζονται στην περιγραφή του Παυσανία. Σύμφωνα με αυτήν τη μαρτυρία, ο θρόνος είχε τη μορφή ενός μεγάλου εδράνου, στο κέντρο του οποίου κατείχε περίοπτη θέση το ήδη υπάρχον πεσσόμορφο λατρευτικό άγαλμα του Απόλλωνα. Τούτο ήταν τοποθετημένο ακριβώς πάνω στον τάφο του Υακίνθου, που χρησίμευε τόσο ως βωμός του Υακίνθου όσο και ως βάθρο του ξοάνου. Όπως τονίζει εμφατικά ο περιηγητής, ο Βαθυκλής από τη Μαγνησία όχι μόνο ανέλαβε την κατασκευή και το διάκοσμο του θρόνου, αλλά και όλες τις υπόλοιπες εργασίες σχεδίασης και διαμόρφωσης του ιερού. Για τον ίδιο τον αρχιτέκτονα και καλλιτέχνη Βαθυκλή δυστυχώς δεν έχουν σωθεί παραπάνω πληροφοριακά στοιχεία. Πιθανολογείται, ωστόσο, ότι έφτασε στη Σπάρτη μέσω της Σάμου, όπως συνέβη άλλωστε και με την ίδια την ιωνική τέχνη.

Επί της κορυφής του λόφου και νοτιότερα της εκκλησίας της Αγ. Κυριακής εντοπίζεται το μόνο σωζόμενο τμήμα θεμελίωσης τοίχου σε ισόδομο σύστημα που έχει ταυτιστεί με την κρηπίδα του θρόνου. Η ‘κρηπίδα’, που σώζεται σε μήκος 4μ. και ύψος 1μ., αποτελείται στις κατώτερες στρώσεις της από ορθογώνιους πορώδεις λίθους, ενώ στην ανώτερη επιφάνεια σώζεται σειρά δόμων από σκούρο μάρμαρο.

Την ακατανόητη μορφή του θρόνου προσπάθησαν να προσεγγίσουν με φανταστικές αναπαραστάσεις τους ο Quatremere de Quincy το 1814 και ο Theodor Pyl το 1852, ο Ludwig Ruhl το 1854 και ο Adolf Furtwängler το 1893. Τόσο οι αναπαραστάσεις αυτές όσο και κάποιες συμπληρωματικές απόπειρες να ανασυνταχθούν τα μυθολογικά θέματα του διάκοσμου, συγκεντρώθηκαν εύχρηστα παλιότερα από τον Ernst Fiechter και πιο πρόσφατα από την Amalia Faustoferri. Όλες τις προταθείσες αναπλάσεις του μνημείου χαρακτηρίζει ως κοινός παρονομαστής η αναγωγή των περιγραφών του Παυσανία σε ελεύθερες σχεδιαστικές προτάσεις, με το δείκτη της υποθετικότητας να ποικίλλει κατά περίπτωση και κατά την αισθητική του χρόνου της υποβολής τους. Αξίζει ωστόσο να σημειωθεί ότι σε όλες δεσπόζει η βασική ιδέα του καθίσματος, ανεξάρτητα από την περισσότερο ή λιγότερο πειστική του σχέση με το κολοσσιαίο ξόανο του Θεού. Πάνω στις ίδιες συντεταγμένες οριοθετούνται το 1918 οι δύο εναλλακτικές προτάσεις του Fiechter, οι στηριγμένες όμως για πρώτη φορά σε όσα αρχιτεκτονικά μέλη είχαν βρεθεί κατά τις ανασκαφές ή προήλθαν από την κατεδάφιση της εκκλησίας στην κορυφή του λόφου.

Με εξαίρεση όμως τα ευδιάκριτα τμήματα του βωμού, όλα τα σωζόμενα αρχιτεκτονικά μέλη θεωρήθηκαν ουσιαστικά ως συστατικά του θρόνου, περιπλέκοντας έκτοτε το ούτως ή άλλως ιδιαίτερα περίπλοκο πρόβλημα της αναπαράστασης του μνημείου σε βαθμό ανησυχαστικό. Έτσι ο Ernst Buschοr λ.χ., κατέληξε το 1927 σε μια μορφή καθίσματος που αντί για το ισότιμο προς τη δομή ενός θρόνου σχήμα της πολυθρόνας, αντιπροτείνει μια κατασκευή ανάλογη, μάλλον προς τους σημερινούς «καναπέδες», με την ανομολόγητη βεβαιότητα ότι στη Σπάρτη θα μπορούσε να αναζητηθεί το υπόδειγμα του βωμού της Περγάμου. Απόψεις σχετικές με του Fiechter εξακολουθούσε να υποστηρίζει ο Roland Martin ως το 1976 καταλήγοντας σε δύο επίσης εναλλακτικές προτάσεις. Η αναπαράσταση που πρότεινε, τέλος, ο Ηelmut Prückner το 1992, χωρίς να λάβει υπόψη του όσα πορίσματα μπορούν να συναχθούν από την απόσταξη του σωζόμενου υλικού, αφέθηκε μάλλον στην κινητήρια δύναμη της φαντασίας.

Στα πλαίσια του ερευνητικού προγράμματος κατέστη δυνατόν να αναστηλωθούν δοκιμαστικά τα συστατικά μέρη τουλάχιστον τριών τμημάτων του θρόνου. Συγκεκριμένα, αναστηλώθηκαν 1) η βαθμιδωτή ανωδομή με βάση δωρικού κίονα στο ανώτερο επίπεδο, 2) η βαθμιδωτή ανωδομή ενός τοίχου με ορθοστάτες σε μια από τις πλάγιες, κλειστές πλευρές του κτηρίου. Τούτο, μας επιτρέπει να θεωρήσουμε ως αποδεδειγμένο πλέον ότι, λόγω της ταυτόσημης τεχνικής της τοιχοποιίας, το σωζόμενο τμήμα του θεμελίου της κρηπίδας πρέπει να αποτελεί μέρος του συνολικού κτίσματος του θρόνου, καθώς και τμήμα της νότιας κλειστής πλευράς του. 3) Τέλος, μια είσοδος με πεσσούς. Ειδικά αυτό το στοιχείο της διάπλασης του μνημείου είναι αξιοσημείωτο, δεδομένου ότι ο Μανόλης Κορρές, αφού μελέτησε δύο βάσεις σε σχήμα λεοντοπόδαρου που σήμερα στηρίζουν το καπάκι μιας ρωμαϊκής σαρκοφάγου στον κήπο του Αρχαιολογικού Μουσείου της Σπάρτης, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι εκείνες θα πρέπει να θεωρηθούν τμήματα των παραστάδων του θρόνου. Η πρόταση αυτή ενισχύεται και από τα λακωνικά ανάγλυφα ηρώων του 6ου αιώνα π.Χ., όπου μπορεί να παρατηρηθεί πως αυτή η εικαστική διαμόρφωση, στην οποία τα πόδια ενός θρόνου καταλήγουν σε λεοντοπόδαρα, δεν ήταν άγνωστη, τουλάχιστον ως αντίληψη.

Από την μελέτη του αρχιτεκτονικού υλικού εξάγονται επιπλέον τα ακόλουθα συμπεράσματα:

  1. Έχουν εντοπιστεί τέσσερις τυπολογικά διαφορετικές ομάδες των κορωνίδων της σίμης.
  2. Σχετικά με τον ρυθμό του αρχιτεκτονήματος, παρά τις πλεονάζουσες ιωνικές ενδείξεις, τα σωζόμενα μέλη των κιονοστοιχιών είναι όλα δωρικά και κατατάσσονται σε δύο τύπους, με διακοσμημένο ή ακόσμητο το υποτραχύλιο των κιονόκρανων και, συνακόλουθα, ανάλογα επίκρανα και γείσα.
  3. Το μετακιόνιο της πρώτης κατηγορίας ορίζεται σήμερα με απόλυτη ακρίβεια χάρη στη διόρθωση της αποκατάστασης του γείσου με την επιγραφή ΔΑΜΟΚΑΜΟΣ που είχε προτείνει ο Fiechter, μετά την αναγνώριση και συγκόλληση του ελλείποντος τμήματος.
  4. Ένα μνημειακών διαστάσεων κατώφλι, εντοιχισμένο στην εκκλησία του Προφήτη Ηλία στο Σκλαβοχώρι που συνδυάζεται με ομόλογα αρχιτεκτονικά στοιχεία εντοιχισμένα επίσης στην εκκλησία του Σκλαβοχωρίου, επιβεβαιώνει την παρουσία ξύλινων δρύφακτων - κιγκλιδωμάτων στο ίδιο επίπεδο της ανωδομής του Θρόνου, όπου πρέπει να έστεκαν και οι δωρικοί κίονες με το ακόσμητο υποτραχύλιο των κιονοκράνων τους.
  5. Ο τύπος αυτός της ημίτονης πιθανότατα κιονοστοιχίας, φαίνεται πως συνδυάζεται με τις περίφημες μαρμάρινες κονσόλες.
  6. Η παντελής απουσία θραυσμάτων, που θα μπορούσαν να εγγυηθούν την ύπαρξη μετοπών και τριγλύφων, μια και τα σωζόμενα τμήματα είναι μεταγενέστερης επεξεργασίας, υποδηλώνει ότι ο αρχιτέκτονας του μνημείου θέλησε να το απαλλάξει από όσα συστατικά θα παρέπεμπαν άμεσα στη λογική της αρχιτεκτονικής, για να τονίσει την ψευδαίσθηση του επίπλου. Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την ενδεχόμενη παρουσία μίας ή περισσότερων ζωοφόρων.

Σε ό,τι αφορά στη χρονολόγηση του θρόνου, καθοριστικό ρόλο για την αναγωγή του στο 530-520 π.Χ. έπαιξε ο Ernst Buschor, ο οποίος κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό μέσω συγκρίσεων με διακοσμητικά στοιχεία από ευρήματα της «δυτικής νεκρόπολης» στη Σάμο. Ορθότερα όμως, τόσο ο Κωνσταντίνος Τσάκος όσο και η Amalia Faustoferri, αφού επανεξέτασαν αυτό το υλικό συμπεριλαμβάνοντας και επιπλέον ευρήματα από τη δυτική νεκρόπολη της Σάμου και, επίσης, αφού εντόπισαν την άμεση συνάφεια που υπάρχει με αρχιτεκτονικά στοιχεία του πρώιμου ναού της Αφαίας στην Αίγινα, προτείνουν μια χρονολόγηση γύρω στα 560-550 π.Χ.

Το Ξόανο

Σύμφωνα με τον Παυσανία (3.19.2), το άγαλμα έφτανε περίπου τα 14 μέτρα, ήταν ξύλινο, επενδυμένο με χάλκινα ελάσματα, ενώ στο κεφάλι έφερε κράνος και στα χέρια κρατούσε ένα δόρυ και ένα τόξο. Αυτή η σχηματοποιημένη μορφή του ξοάνου μπορεί ωστόσο να συνδεθεί μόνο με μια ύστερη περίοδό του. Αυτό είναι εμφανές από το γεγονός ότι μέσω της προσθήκης των μεταλλικών επενδύσεων, από το μέταλλο που είχε δωρίσει ο Κροίσος, προσδόθηκε πλέον μια ανθρώπινη μορφή στον άλλοτε ανεικονικό στύλο. Κατά την Brunilde Ridgway, η εμφάνιση αυτής της πρώτης λιτής μορφής χρονολογείται γύρω στα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. Δικαίως η Irene Bald Romano υποστηρίζει ότι και αυτή η μορφή θα πρέπει μάλλον να αντικατέστησε ένα ακόμα προγενέστερο ξόανο σαφώς μικρότερων διαστάσεων, όπως και σε άλλα αντίστοιχα, ξύλινα λατρευτικά αγάλματα, όπως αυτό της Αθηνάς Πολιάδος, της Ήρας στη Σάμο, της Αρτέμιδος Ορθίας, καθώς και της Ήρας στην Ολυμπία. Μια γενική μόνο εικόνα της μορφής του αγάλματος μας παρέχουν ένα δυστυχώς σε μεγάλο βαθμό κατεστραμμένο αναθηματικό ανάγλυφο της Ύστερης Κλασικής περιόδου που βρέθηκε όμως στις Αμύκλες και, κυρίως, νομίσματα της Λακωνίας από την αυτοκρατορική περίοδο. Στον οπισθότυπο νομισμάτων του Κόμμοδου και του Γαλιηνού είναι εμφανές το ξόανο με τη μορφή που περιγράφτηκε παραπάνω. Ειδικά η απεικόνιση στο νόμισμα του Κόμμοδου μας δίνει στοιχεία και για ένα ακόμα οικοδόμημα: το βάθρο, δηλαδή τη βάση του ξοάνου, που συνιστούσε ταυτόχρονα τόσο τον τάφο όσο και το βωμό του Υακίνθου. Κάτι τέτοιο πιστοποιείται άλλωστε και από τον Παυσανία (3.1,3, στίχος 7): «[…] καὶ Ὑακίνθου μνῆμά ἐστιν ἐν Ἀμύκλαις ὑπὸ τὸ ἄγαλμα τοῦ Ἀπόλλωνος». Οι κροκαλοπαγείς ογκόλιθοι, που σε δεύτερη χρήση τοποθετήθηκαν στη σημερινή τους θέση γύρω από την κρηπίδα του θρόνου, πρέπει πιθανότατα να θεωρηθούν ως τμήματα του βάθρου. Πιο συγκεκριμένα, θα πρέπει να ερμηνευτούν ως μέλη του θεμελίου του, που υπολογίζεται σε περίπου 2 μέτρα ύψος, ενώ οι ασβεστολιθικοί ογκόλιθοι, που σήμερα βρίσκονται περ. 5 μέτρα δυτικά της κρηπίδας, ερμηνεύονται ως μέλη της αντίστοιχα υψηλής ανωδομής του οικοδομήματος/βάθρου. Το γεγονός ότι τόσο ο θρόνος όσο και το ξόανο θα πρέπει να βρίσκονταν στο χώρο μεταξύ του σωζόμενου θεμελίου της κρηπίδας και της σύγχρονης εκκλησίας, προκύπτει και από τα πορίσματα των ανασκαφικών εργασιών του καλοκαιριού 2009.

AmyklesTopografiko2012.jpg

Unless otherwise stated, the content of this page is licensed under Creative Commons Attribution-ShareAlike 3.0 License